EU4Journalists.eu is currently not updated. We hope to be back soon.

eu4journalists

select your language

Επιχειρήσεις και βιομηχανία

1. Πολιτική για τις επιχειρήσεις και τη βιομηχανία

Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις επιχειρήσεις και τη βιομηχανία έχει ως στόχο τη δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, για την οικονομική ανάπτυξη, την απασχόληση και την ευημερία. Επιχειρεί να δημιουργήσει συνθήκες που θα στηρίξουν τις επιχειρήσεις, ούτως ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να ανταγωνίζονται και να συναλλάσσονται με δίκαιους και ίσους όρους στην Ευρώπη και παγκόσμια. Η πολιτική προσπαθεί επίσης να κάνει την Ευρώπη ένα ελκυστικό μέρος για επενδύσεις και εργασία και να στηρίξει ειδικότερα τους κλάδους που είναι καινοτομικοί και βασίζονται στη γνώση.

Οι ιδιαίτερες ανάγκες κάποιων κλάδων, όπως οι κλάδοι των τροφίμων της πληροφορικής ή της κατασκευής αυτοκινήτων λαμβάνονται υπόψη, ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζεται ότι οι κλάδοι στρατηγικής σημασίας, όπως η άμυνα, η αεροδιαστημική, η βιοτεχνολογία, τα χημικά και η μηχανολογία μπορούν να λειτουργούν σωστά.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν ) τονίζει την ανάγκη για ενοποίηση πολιτικών πολύ διαφορετικών μεταξύ τους, όπως αυτές που αφορούν το εμπόριο, την έρευνα, την εσωτερική αγορά, την εκπαίδευση, την κοινωνία της πληροφορίας, την περιφερειακή ανάπτυξη, τη φορολογία και το περιβάλλον, έτσι ώστε αυτές να προωθήσουν τη χρήση της γνώσης και της καινοτομίας σε ολόκληρη βιομηχανία της ΕΕ ως σύνολο. Τα εμπόδια που παρακωλύουν τον ανταγωνισμό πρέπει να αρθούν και ο έλεγχος πρέπει να μειωθεί στο ελάχιστο προς όφελος της ανάπτυξης. Από τις επιχειρήσεις ζητείται να δεσμευτούν στην αειφόρο ανάπτυξη, στην ανάπτυξη δεξιοτήτων, στη λελογισμένη χρήση των φυσικών πόρων, στη μείωση της φτώχειας και στο σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η Σύνοδος Κορυφής της Λισαβόνας, το Μάρτιο του 2000, σηματοδότησε μια σημαντική καμπή σε αυτόν τον τομέα. Ο διακηρυγμένος στόχος της ήταν να γίνει η ΕΕ “η πιο ανταγωνιστική και δυναμική, βασισμένη στη γνώση, οικονομία στον κόσμο, ικανή για αειφόρο ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή” έως το 2010.

Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Gothenburg προστέθηκε μια περιβαλλοντική διάσταση στη στρατηγική για την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης στην Ευρώπη.

Τον Δεκέμβριο του 2006 η στρατηγική της ΕΕ για την ανάπτυξη και την απασχόληση που εγκαινιάστηκε στη διαδικασία της Λισαβόνας επαναπροσδιορίστηκε. Ο Πρόεδρος της Κομισιόν Jose Manuel Barroso δήλωσε: “Η Ευρώπη έχει αρχίσει να ασπάζεται τις αλλαγές που μπορούν να δώσουν διάρκεια στην τρέχουσα οικονομική ανάκαμψη. Για να προετοιμαστεί για την παγκοσμιοποίηση, κάθε Κράτος-Μέλος πρέπει να ανοίξει το βήμα του και να αποδώσει σύμφωνα με το μέγιστο του δυναμικού του.”

Σύμφωνα με την Κομισιόν, οι προσπάθειες για δομικές αλλαγές στις οικονομίες των κρατών-μελών αρχίζουν να αποδίδουν καρπούς. Η έρευνα, η τεχνολογική ανάπτυξη και η καινοτομία κερδίζουν ορμή, η μείωση της γραφειοκρατίας βελτιώνει τον έλεγχο, και το επιχειρησιακό περιβάλλον, ειδικά για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αναβαθμίζεται.

Όσον αφορά την απόδοση στις καινοτομίες, τα τελευταία πέντε χρόνια η ΕΕ σταδιακά καλύπτει την απόσταση που τη χωρίζει από τις ΗΠΑ στον τομέα αυτό (βλέπε European Innovation Scoreboard 2006) . Η Φινλανδία, η Σουηδία, η Δανία και η Γερμανία ονομάστηκαν ηγέτες στην καινοτομία όχι μόνο μεταξύ των μελών της ΕΕ αλλά και παγκοσμίως, με αποδόσεις πολύ καλύτερες και επενδύσεις πολύ μεγαλύτερες από τον μέσο όρο στον τομέα της καινοτομίας.

Ο στόχος της ΕΕ είναι να ανεβάσει τις επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη σε έναν μέσο όρο 3 τοις εκατό του εθνικού ΑΕΠ έως το 2010, στο πλαίσιο της κατά Λισαβόνα στρατηγικής της Ένωσης για ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα.

Η Γενική Διεύθυνση Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας της Κομισιόν έχει ως κύριους στόχους: - να υποστηρίξει τη διαδικασία της Λισαβόνας - να χαμηλώσει τα εμπόδια για τους επιχειρηματίες στην Ευρώπη και να ενθαρρύνει τους δυνητικούς επιχειρηματίες - να καλλιεργήσει την καινοτομία, τόσο στη σφαίρα της τεχνολογίας ως παράρτημα της έρευνας, όσο και στην επιχειρηματική διαδικασία - να συνεχίσει να βελτιώνει τη απόδοση της εσωτερικής αγοράς, ειδικά στα νέα κράτη-μέλη - να αναβαθμίσει την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας μέσα στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης.

Η ΕΕ τάσσεται υπέρ μιας πολιτικής όπου ο έλεγχος των προϊόντων και της παραγωγής επιβάλλεται στις επιχειρήσεις μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο. Μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όπως τα φαρμακευτικά προϊόντα, απαιτείται προκαταβολική έγκριση, προτού ένα προϊόν να βγει στην αγορά.

Αυστηροί κανόνες εφαρμόζονται επίσης και στα χημικά. Μια πολυαναμενόμενη δέσμευση για το πρόγραμμα REACH – καταγραφή, αποτίμηση, έγκριση και περιορισμός των χημικών – υιοθετήθηκε το Δεκέμβριο του 2006, με την προοπτική να εφαρμοστεί τον Ιούνιο του 2007. Το πακέτο REACH απαιτεί από τους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς χημικών να παρέχουν πληροφορίες που αφορούν την υγεία και την ασφάλεια για περίπου 30.000 χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται σήμερα σε καθημερινά προϊόντα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται μια μεγάλη ποικιλία, από πλαστικά που χρησιμοποιούνται σε παιχνίδια, κινητά τηλέφωνα και οικιακά είδη έως χημικά που χρησιμοποιούνται σε προϊόντα καθαρισμού, μπογιές και υφάσματα.

Όλες οι ουσίες πρέπει να καταγραφούν μέσα σε ένα διάστημα 11 ετών στον νέο Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων (ECHA) στο Ελσίνκι. Ο οργανισμός θα συντονίσει την εις βάθος αποτίμηση ύποπτων χημικών ουσιών και θα δημιουργήσει μια δημόσια βάση δεδομένων στην οποία καταναλωτές και επαγγελματίες θα μπορούν να βρίσκουν πληροφορίες. Το έργο θα αρχίσει από τα πιο τοξικά και ευρέως χρησιμοποιούμενα χημικά. Όταν θα διαπιστώνεται ότι μια πιο ασφαλής ουσία μπορεί να χρησιμοποιηθεί με λογικό κόστος, τότε η πιο τοξική ουσία θα πρέπει να αντικαθίσταται. Η ευθύνη για να αποδείξουν ότι τα προϊόντα τους είναι ασφαλή εναπόκειται στους κατασκευαστές. Αναμένεται ότι το πρόγραμμα REACH θα αυξήσει την προστασία της υγείας των πολιτών της ΕΕ και του περιβάλλοντος, ενώ ταυτόχρονα θα αναβαθμίσει την ικανότητα καινοτομίας και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας χημικών προϊόντων της ΕΕ.

back to top