EU4Journalists.eu is currently not updated. We hope to be back soon.

eu4journalists

select your language

Οι πρωταγωνιστές

1. Συνεργασία

Κατανομή εξουσιών στην ΕΕ

Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αυτόνομα κράτη που έχουν αποφασίσει να την μοιραστούν την αυτονομία τους σε κάποιους ζωτικούς τομείς διοίκησης. Αυτοί είναι τομείς στους οποίους η κοινή δράση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο είναι προς το συμφέρον των κρατών-μελών. Ωστόσο, η ΕΕ δεν είναι ομόσπονδο κράτος. Είναι ένα μοναδικό σύστημα το οποίο εξελίσσεται συνεχώς στη διάρκεια των 50 ετών της ιστορίας του.

Όπως κάθε κυβέρνηση, η Ένωση έχει έναν νομοθετικό και έναν εκτελεστικό κλάδο, καθώς και ένα ανεξάρτητο δικαστικό σώμα, που υποστηρίζονται από έναν αριθμό άλλων οργάνων.

Οι εξουσίες των οργάνων της ΕΕ ορίζονται στις ιδρυτικές συνθήκες. Αυτές υποβλήθηκαν σε διαπραγματεύσεις μεταξύ των κρατών-μελών και κατόπιν επικυρώθηκαν ανεξάρτητα σε κάθε χώρα. Η αρχική συνθήκη, η Συνθήκη της Ρώμης, ίδρυσε την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1958. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, το 1992, δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση και την εξέλιξε από μια καθαρά οικονομική ένωση σε μια πιο πολιτική δομή. Οι άλλες συνθήκες, η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1987), η Συνθήκη του Άμστερνταμ (1999 ) και η Συνθήκη της Νίκαιας (2003 ) πρόσθεσαν όλες κάτι σημαντικό στην Ένωση, στους ρόλους και στις λειτουργίες της.

Το επόμενο βήμα ορίστηκε ότι είναι η δημιουργία ενός συντάγματος για την ΕΕ, που μεταξύ άλλων θα συνδυάσει όλες τις προηγούμενες συνθήκες και θα εκσυγχρονίσει την πολιτική λήψης αποφάσεων και την εξωτερική πολιτική της διευρυμένης Ένωσης. Στις 29 Οκτωβρίου του 2004 οι αρχηγοί των κρατών ή κυβερνήσεων και οι υπουργοί εξωτερικών των 25 κρατών-μελών και των τριών υποψήφιων χωρών, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας, συναντήθηκαν στη Ρώμη για να υπογράψουν τη Συνθήκη για τη Θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης. Η διαδικασία επικύρωσης της συνθήκης, όμως, συνάντησε δυσκολίες, όταν Γάλλοι και Ολλανδοί πολίτες την απέρριψαν σε δημοψηφίσματα το 2005. Η μοίρα του συντάγματος συζητήθηκε έντονα στη διάρκεια της γερμανικής προεδρίας το 2007. Θα ληφθούν μέτρα το αργότερο στη διάρκεια της γαλλικής προεδρίας , στο δεύτερο μισό του 2008.

Τα τρία όργανα της ΕΕ που είναι αρμόδια για τη χάραξη της πολιτικής και τη λήψη αποφάσεων είναι το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που εκπροσωπεί τις εθνικές κυβερνήσεις ), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή Κομισιόν (σώμα που εκπροσωπεί το συλλογικό ευρωπαϊκό συμφέρον ) και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (που εκπροσωπεί το λαό ).

Διαδικασία λήψης αποφάσεων

Η Κομισιόν είναι το μόνο όργανο της ΕΕ που μπορεί να εκκινήσει νομοθετική διαδικασία. Εντούτοις, πριν το κάνει αυτό, πρέπει να συσκεφτεί με ομάδες συμφερόντων και ειδικούς , ώστε να διασφαλιστεί ότι οι πολίτες της Ένωσης υπηρετούνται σωστά. Συνεδριάζει τακτικά με τις επιτροπές ειδικών των εθνικών κυβερνήσεων και των υπηρεσιών τους και, επίσης, με αντιπροσωπευτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο οργανώσεις από ένα ευρύ φάσμα τομέων, μεταξύ των οποίων η βιομηχανία, οι δημόσιες υπηρεσίες, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι καταναλωτικές ομάδες, οι περιφερειακές οργανώσεις και οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Πολλές από αυτές τις ομάδες διατηρούν μια παρουσία στις Βρυξέλλες για να ασκούν πιέσεις στην Κομισιόν, δεδομένου ότι ξέρουν πως ο καλύτερος χρόνος για να επηρεαστεί μια νέα νομοθεσία είναι πριν αυτή πάρει τη μορφή επίσημης πρότασης.

Μόλις η Κομισιόν εγκρίνει μια πρόταση για τη νέα νομοθεσία, αυτή υποβάλλεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο των Υπουργών. Μπορούν να τη δεχτούν όπως είναι, να προτείνουν τροποποιήσεις ή να την απορρίψουν (αν και αυτό είναι σπάνιο ). Σε πολλές περιπτώσεις η Κομισιόν συμβουλεύεται την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, τα δύο «επίσημα» συμβουλευτικά σώματα της ΕΕ, των οποίων οι απόψεις είναι εντελώς μη δεσμευτικές.

Διαδικασία συναπόφασης: Η πιο κοινή διαδικασία για την υιοθέτηση νομοθεσίας της ΕΕ είναι γνωστή ως ‘συναπόφαση’, η οποία διαμοιράζει τη νομοθετική εξουσία στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Πρώτα το Κοινοβούλιο και κατόπιν το Συμβούλιο κάνουν μια πρώτη ανάγνωση της νομοθεσίας που προτείνει η Κομισιόν. Εάν η θέση και των δύο οργάνων είναι ίδια, η νομοθεσία υιοθετείται άμεσα. Δεν υπάρχει κανένα χρονικό όριο σε αυτή τη φάση, έτσι το Συμβούλιο μπορεί να μην ολοκληρώσει την πρώτη ανάγνωσή του για μήνες ή ακόμα και για χρόνια μετά την εισήγηση της Κομισιόν.

Εάν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, η πρόταση επιστρέφει στο Κοινοβούλιο και έπειτα στο Συμβούλιο για μια δεύτερη ανάγνωση. Από εδώ και πέρα εφαρμόζονται χρονικά όρια στην διαδικασία. Εάν σε οποιοδήποτε στάδιο συμπέσουν οι δύο θέσεις, η νομοθεσία υιοθετείται. Όπου οι διαφορές παραμένουν, μια συνδυασμένη «επιτροπή συμβιβασμού» προσπαθεί να συμφωνήσει πάνω σε ένα κοινό κείμενο που πρέπει έπειτα να επικυρωθεί χωριστά από τα δύο όργανα. Η Κομισιόν συμμετέχει καθ’ όλη τη διάρκεια. Εάν δεν συμφωνηθεί ένα κοινό κείμενο ή εάν το κοινό κείμενο απορριφθεί, η νομοθεσία δεν υιοθετείται.

Ο στόχος του Συμβουλίου είναι να επιτύχει γενική συναίνεση, αλλά οι αποφάσεις σε πολλούς τομείς μπορούν να ληφθούν με «ειδική πλειοψηφία» – όπου ο αριθμός ψήφων που έχει ένα κράτος μέλος είναι κατά προσέγγιση ανάλογος με το μέγεθός του. Εντούτοις, σε μερικούς ευαίσθητους τομείς απαιτείται ομοφωνία.

Σε μερικές περιπτώσεις, όπου τα κράτη μέλη είναι απρόθυμα να δώσουν εξουσία στο Κοινοβούλιο, χρησιμοποιείται η «διαδικασία διαβούλευσης». Εδώ το Κοινοβούλιο έχει δικαίωμα μόνο να εκφέρει τη γνώμη του σχετικά με τη νομοθετική πρόταση – αλλά πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να το κάνει – προτού το Συμβούλιο υιοθετήσει τη νομοθεσία. Σε αυτές τις περιπτώσεις το Συμβούλιο είναι συνήθως υποχρεωμένο να ενεργήσει ομόφωνα.

Σε άλλες περιπτώσεις το Κοινοβούλιο πρέπει να δώσει μια απλή απάντηση, ναι ή όχι. Αυτή η διαδικασία, γνωστή ως «διαδικασία σύμφωνης γνώμης» χρησιμοποιείται, παραδείγματος χάριν, για την επικύρωση των μελών της Κομισιόν ή για την έγκριση μιας συμφωνίας που υπογράφεται με μια χώρα μη-μέλος.

Αφού υιοθετηθεί η νομοθεσία: Αφού υιοθετηθεί η νομοθεσία της ΕΕ, η Κομισιόν πρέπει να διασφαλίσει ότι αυτή εφαρμόζεται δεόντως και πλήρως – και εντός των χρονικών ορίων που έχουν τεθεί – σε όλα τα κράτη μέλη. Η Κομισιόν (ή τα κράτη μέλη ) μπορεί να υποβάλλει αγωγές ενώπιον του Δικαστηρίου ενάντια στα κράτη μέλη για αποτυχία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους βάσει του νόμου της ΕΕ. Ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι να τακτοποιήσει οποιεσδήποτε διαφορές προκύπτουν μεταξύ των εθνικών και των ευρωπαϊκών νόμων και να εξασφαλίσει ότι η νομοθεσία της ΕΕ ερμηνεύεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη.

back to top